Χρόνος: Δευτέρα βράδυΤόπος: Μιχαλακοπούλου
Soundtrack: Tool, Disposition
Θα σου περιγράψω κάτι απλό.
Είναι Δευτέρα, γύρω στις εννιά και κάτι το βράδυ. Η μέρα ήταν κουραστική, δουλειά, απανωτές διαδρομές με το μηχανάκι για κάποιες πληρωμές που εκκρεμούσαν, μία μάλιστα από αυτές δεν έγινε καν, ένα επαγγελματικό ραντεβού, χιλιάδες πράγματα στο μυαλό. Βρίσκεσαι στη Μιχαλακοπούλου, στο φανάρι του Holiday inn και περιμένεις να ανάψει πράσινο να στρίψεις αριστερά προς την εκκλησία του Άγιου Χαράλαμπου.
Η κίνηση στο αντίθετο ρεύμα είναι μέτρια, όχι πυκνής ροής. Τα αυτοκίνητα φαίνονται πεντακάθαρα λόγω των φώτων τους, η ορατότητα δεν περιορίζεται από τίποτα. Ανυπομονείς. Κρυώνεις κιόλας. Είσαι κοντά στο σπίτι σου και στο τέλος αυτής της θορυβώδους ημέρας. Περνάνε δυο τρία αυτοκίνητα, παρεμβάλλεται κενό. Κάνεις να περάσεις και το μετανιώνεις. Λες, όχι είναι ακόμα κόκκινο. Βλέπεις και το ανθρωπάκι των πεζών απέναντι που φωτίζει πρασινωπά και χαρούμενα και δεν το κάνεις. Το φανάρι σου όμως αργεί. Δεν το βλέπεις, έχεις προχωρήσει μπροστά, σαν πεζός κολλημένος στο πεζοδρόμιο που περιμένει την κατάλληλη στιγμή για να διασχίσει κάθετα τον δρόμο.
Περνάει κι άλλη ευκαιρία, από μακριά φαίνεται ένα λεωφορείο που έχει σταματήσει και μπροστά δυο αυτοκίνητα. Υπολογίζεις, κάνεις να περάσεις και λες πάλι, όχι γιατί έχεις δει το αυτοκίνητο από πίσω που έρχεται με μεγάλη ταχύτητα και ξέρεις πως αν συμβεί μια στραβή και σου σβήσει το μηχανάκι ή κάτι στραβώσει, ο τύπος δεν θα μπορέσει να κόψει ταχύτητα και τότε την πούτσισες. Μα δεν αντέχεις άλλο. Είσαι δίπλα στο σπίτι σου, έχεις ένα σωρό ενδιαφέροντα πράγματα να κάνεις εκτός από το να περιμένεις ξυλιάζοντας ένα φανάρι που αργεί. Έτσι; Αντικειμενικά αργεί. Και τότε λες, άνοιξε το γκάζι.
Φυσικά έχεις ελέγξει. Έχεις υπολογίσει πως τα φώτα που έρχονται θα περάσουν πίσω σου αρκετή ώρα αφού εσύ έχεις διασχίσει τον δρόμο. Και διασχίζεις τον δρόμο ακριβώς μετά από το αυτοκίνητο που περνάει. Και μόλις βρίσκεται η κόκκινη λάμψη των φώτων του στο μπατζάκι του παντελονιού σου κι ενώ εσύ έχεις καρφωμένο το βλέμμα σου στα λευκά φώτα που έρχονται από δεξιά, πιάνεις με την άκρη του ματιού σου έναν σκοτεινό όγκο ακριβώς μπροστά σου. Και συνειδητοποιείς μέσα σε κλάσματα του δευτερολέπτου ότι είναι μια μηχανή που κάνει προσπέραση στο αυτοκίνητο από δεξιά, στα κρυφά. Από το αυτοκίνητο που έχεις ήδη εσύ ελέγξει. Που έχεις αποφασίσει ότι θα το περάσεις ξυστά πίσω του. Που είναι το σίγουρο περασμένο εμπόδιο. Το χωρίς δεύτερο έλεγχο. Μια μηχανή ακριβώς στο κέντρο της πορείας του δικού σου δικύκλου. Μια σύγκρουση.




