Τόπος: Αθήνα
Χρόνος: 8 Ιουλίου 2009
Soundtrack: http://www.youtube.com/watch?
Το αλκοόλ ως γνωστό ευρυμαθή αναγνώστη μου πληθαίνει το συναίσθημα κι εγώ δεν θέλω να σε κουράσω με κοινολογίες. Έχουμε πιει ήδη τρεις γύρους και η συζήτηση έχει φουντώσει μέσα σε δάση θηλυκά. Τα μάτια μας τρώνε τις περαστικές με την επιθετικότητα που έχουν οι ιδιοκτήτες απέναντι σ’ αυτούς που διαβαίνουν την περιοχή τους. Μ’ αρέσουν οι γυναίκες. Τις εκτιμώ για τον τρόπο που είναι πλασμένες. Μου προκαλούν κατ’ αρχάς μιαν έντονη νοσταλγία κι έπειτα κάτι βαθύτερο και πιο άναρχο, σαν δίψα. Μα πιο πολύ προτιμώ την ασχημάτιστη ομορφιά, εκείνη που κρύβεται σε ορισμένα πλάσματα των οποίων η φύση ακροβατεί αναποφάσιστη ανάμεσα στο άρρεν και το θήλυ. Θυμάμαι στο Εδιμβούργο, στην εθνική πινακοθήκη, ένα πορτραίτο που με είχε αναγκάσει να σταθώ ώρα πολλή μπροστά του και να το θαυμάζω. Ήταν ένα πανέμορφο κορίτσι με μακριά μαλλιά μαζεμένα από το πρόσωπό του, που κάθονταν αφηρημένο πάνω από ένα ανοιχτό βιβλίο. Η ηλικία του δεν ξεπερνούσε τα δέκα και η έκφρασή του θύμιζε κάτι ιερό. Το ερωτεύτηκα, με την ασφάλεια της απόστασης πίνακα – θεατή, παράφορα για λίγο και το φωτογράφησα. Μα όταν πλησίασα και είδα το ταμπελάκι των πληροφοριών ανακάλυψα ακόμα πιο μαγεμένος πως ο πίνακας απεικόνιζε ένα αγόρι.
Και ω! της αιώνιας επιστροφής η ώρα, εκείνη την στιγμή καθισμένος στο παγκάκι μίλια μακριά από την πατρίδα του πορτραίτου και αιώνες μετά την κατασκευή του, βλέπω το αγόρι να βγάζει το σκύλο του βόλτα. Το ίδιο καστανόξανθο μαλλί, η ίδια λευκότητα στο δέρμα, τα μάτια πελαγωμένα σε κάποια άγνωστη θρησκευτική αφοσίωση να οδηγούν ένα λουρί πάνω στις πλάκες.
Και είναι κορίτσι.
Δ.Κ.




