Tuesday, 22 January 2008

Ανακοινωθέν

Θα είμαστε ειλικρινείς μαζί σας. Στην μέχρι τώρα παρακολούθηση του πλανήτη σας έχουμε διακρίνει ότι έχετε μια τάση, δημιουργική ενίοτε, να μην απαντάτε σε αυτό που σας ρωτάνε αλλά να λέτε απλώς αυτό που έχετε στο μυαλό σας. Στόχος όμως της αποστολής μας είναι να σας βάλουμε λιγάκι να ψάξετε και να θυμηθείτε κάτι πέρα από αυτό που ξέρετε ήδη, αυτό που σας συγκινεί ήδη. Στόχος των ιστοριών που θέλουμε να μαζέψουμε είναι να αλλάξουν τον τρόπο που περπατάτε, τον τρόπο που παρατηρείτε τον κόσμο γύρω σας, τον τρόπο που συνδέεστε με περιστατικά, με τόπους, με ανθρώπους. Θέλουμε να βγείτε και να δείτε αυτό που ίσως μέχρι τώρα σας διαφεύγει, να εγκαταλείψετε για λίγο το κεφάλι και το κρεβάτι σας για να χαρτογραφήσετε δρόμους.

Θέλουμε να επισκεφτούμε τις εικόνες σας και να πέσουμε τυχαία πάνω στους ήρωές σας, ίσως και πάνω σε σας. Θέλουμε να μας δείξετε τι σας θυμώνει, τι σας αρέσει, τι σας απογοητεύει κι όχι να μας το εξηγήσετε. Πάρτε μας μαζί σας εκεί που ζείτε, εκεί που έχετε βρεθεί, εκεί που θέλετε να πάτε ή εκεί που δεν θα πηγαίνατε ποτέ. Μην μας αφήνετε εκεί που τελειώνουν τα γεγονότα κι αρχίζουν οι ερμηνείες τους. Βρείτε τις ιστορίες σας, είναι στις ώρες αναμονής, είναι στις βόλτες σας, είναι στον δρόμο για τον προορισμό σας. Διαλέξαμε τις πόλεις γιατί σε αυτές νιώθετε ότι κυριαρχείτε, εσείς τις φτιάξατε, εσείς τις κατοικείτε κι ό,τι σας αντέχει βιολογικά, αλλά σας αφοπλίζουν κάθε μέρα με τις εικόνες τους. Βάλτε το σαν άσκηση στον εαυτό σας, να αναζητήσει το βλέμμα σας αυτό που θα γράψετε κι όχι η εμπειρία ή τα αναγνώσματα σας αυτό που πιστεύετε ότι είναι σημαντικό.

Μπορεί και να είναι αδύνατον… θα δούμε.

Doubleface

Tuesday, 15 January 2008

...το τηλέφωνο της Ρόζα Καμπάρκας


Αθήνα: Αβέρωφ 3

19:34

Soundtrack:The Phantom Of The Opera


"Τη χρονιά που έκλεινα τα ενενήντα χρόνια μου, θέλησα να κάνω δώρο στον εαυτό μου μια νύχτα τρελού έρωτα με μια έφηβη παρθένα, θυμήθηκα τη Ρόζα Καμπάρκας, ιδιοκτήτρια ενός παράνομου οίκου ανοχής, η οποία συνήθως ειδοποιούσε τους καλούς πελάτες της όταν είχε κάποια άβγαλτη διαθέσιμη. Ποτέ δεν είχα υποκύψει σ’ εκείνον ή σε κάποιον άλλον από τους πολλούς αισχρούς πειρασμούς της, αλλά αυτή δεν πίστευε στην αγνότητα των αρχών μου. «Ακόμα και η ηθική είναι υπόθεση χρόνου», έλεγε μ' ένα μοχθηρό χαμόγελο, «θα το δεις». "

Gabriel Garcia Marquez, από το οπισθόφυλλο του “Οι Θλιμμένες Πουτάνες Της Ζωής Μου”

«Το σπίτι είναι μια παλιά μονοκατοικία του 36. Εγώ είμαι 50 χρονών και μένω 30 χρόνια τώρα εδώ. Στο τέλος θα πάθω νευρικό κλονισμό.
Δεν θα φταίει το σπίτι βέβαια γι’ αυτό. Εδώ που τα λέμε, το σπίτι είναι αναντικατάστατο. Πάλιωσε όμως».
«Μια χαρά είναι το σπίτι» είπε εκείνος ο φίλος. «Και μέχρι τα ενενήντα έχεις καιρό».
«Αυτό το σπίτι είναι ο κόσμος μου» είπα, «δεν βγαίνω σχεδόν ποτέ. Να πάω που;»
«Και τι κάνεις όλη τη μέρα;» με ρώτησε.
«Βάζω τα πράγματα σε μια σειρά» είπα. «Στην ουσία όμως παρακολουθώ απλώς τις εξελίξεις, δηλώνω, ας πούμε, παρών».

Μετά, όταν έμεινα μόνος σκέφτηκα πως κι αυτό ήταν λάθος, παρακολουθώ μόνο ένα μέρος των εξελίξεων, εκείνα που υποτίθεται πως μ’ αφορούν. Κι αυτά όμως μου φαίνονται πολλά και κάθε τόσο κάνω αυτές τις αξιολογήσεις.
Τον τελευταίο καιρό ασχολούμαι σχεδόν αποκλειστικά μ’ αυτά που έκανα πριν. Έχει αρχίσει να με κουράζει αυτό. Μου φαίνεται εντελώς φυσικό το ότι θέλω να κάνω κάτι άλλο.
«Πρέπει κάποτε να δω κάποιον ψυχίατρο» σκέφτηκα. «Αυτό το ότι ασχολούμαι μόνο με το τι κάνω εγώ, δεν μου φαίνεται και τόσο καλό. Αλλά… τι να σου κάνει κι ο ψυχίατρος;»

Το ραντεβού θα ‘χε κλειστεί μέρες πριν. Ίσως χρειαζόταν να περιμένω λίγο στην αίθουσα αναμονής. Όσο θα περίμενα θα σκεφτόμουν τι θα έλεγα στον ψυχίατρο: «Και δεν μου λες γιατρέ…» θα τον ρώταγα, «τι γίνεται με τα απωθημένα;»
Οι ψυχίατροι απ’ όσο ξέρω δεν λένε τίποτα, θα καθόταν λοιπόν από δίπλα και θα με κοίταζε, μια εμένα και μια το ρολόι του, γιατί ως γνωστόν οι ψυχίατροι πληρώνονται με την ώρα.
«Το είδα» θα έλεγα.
Εκείνος θα παρέμενε αμίλητος.
«Αυτό που είπε η Ρόζα Καμπάρκας» θα συνέχιζα εγώ, «αυτό το περί ηθικής».
Εκείνος δεν θα έκανε κανένα σχόλιο.
Εγώ, θα βολευόμουν καλύτερα στο ανάκλιντρο – εκείνο που ξέρουμε πως χρησιμοποιούν οι ψυχίατροι – και θα κοίταζα το ταβάνι, θεωρητικά. Μετά θα προσπαθούσα να θυμηθώ…
«Η τάδε ήταν έτσι» θα έλεγα, «με την άλλη είχα κάνει αυτό, με την άλλη εκείνο…» και πάνω που θα ‘χα φτιαχτεί, εκείνος θα έλεγε: «Η ώρα μας τελείωσε, δυστυχώς. Θα κλείσετε το επόμενο ραντεβού με τη γραμματέα μου».
Θα τον καληνυχτούσα και θα έφευγα. Μετά, καθώς θα πλήρωνα τα 50 ευρώ στη γραμματέα, θα έβρισκα την ευκαιρία και θα τη ρώταγα: «Μήπως, τυχών, έχετε το τηλέφωνο της Ρόζα Καμπάρκας;»

Γιάννης Πέτσας

Tuesday, 8 January 2008

Μεσοπέλαγα


Πειραιάς-Ικαρία

Ώρα 4:45 π.μ.

Soundtrack: Αύγουστος-Παπάζογλου


Ήταν αργά, σε λίγο θα ξημέρωνε. Έπρεπε να βγω έξω, να ανασάνω θάλασσα και νύχτα. Πάντα μου άρεσε να τριγυρνώ στα καταστρώματα. Μου δημιουργούσαν μια αίσθηση ελευθερίας και συνάμα φόβου. Από παιδί μου έλεγε η μητέρα μου να προσέχω τους αγνώστους και τα πληρώματα των πλοίων. Ο φόβος όμως εκεί, γαντζωμένος, ανίκανος να μεταναστεύσει σε άλλο σώμα. Το βουητό της με καλούσε. Άρπαξα την κουπαστή και την κοίταξα. Κοιμόταν. Ας μην την ενοχλήσω λοιπόν. Την είχε αγκαλιάσει η νύχτα και το θαλασσί της χρώμα είχε δώσει τη θέση του στο μαύρο. Η αλήθεια είναι ότι δεν με ένοιαζε τόσο να τη δω, όσο να τη μυρίσω και να την ακούσω. Ίσως και να της μίλαγα κάποια στιγμή, ψιθυριστά όμως.
Ξεκίνησα το γύρο του καταστρώματος. Οκτώβρης μήνας και οι τουρίστες ελάχιστοι. Φυσάει. Η φρεσκοβαμμένη γέφυρα μου προσφέρει ακόμη μία παράνομη ευχαρίστηση. «Μη μυρίζεις τη μπογιά!» θυμάμαι να μου λένε. Παίρνω βαθιά ανάσα και ζαλίζομαι από τη λαδομπογιά. Προσπερνώ το φουγάρο και η ζεστή του κάπνα με μπουκώνει. Θέλω να φύγω γρήγορα από εκεί. Έχω ήδη φτάσει στην πλώρη και σταματώ. Σαν κάτι να περιμένω.
Απρόσμενα νιώθω να με πιέζουν δυο στίχοι ηλικίας 13 χρόνων. Θυμάμαι (αλήθεια θυμάμαι;) καθόμασταν αγκαλιασμένοι μετά από ένα beach party, παιδιά ακόμη. Σιωπηλοί και μπροστά μας η θάλασσα. Το φεγγάρι άφαντο. Δεν ήταν από τους τύπους που μιλάνε πολύ. Γυρίζει και μου λέει: Αυτά τα μάτια πατήσανε στη γη κι αγγίξανε το χώμα / Κοιτάξανε τη θάλασσα κι αφήσαν λίγο χρώμα). «Το δικό σου, το πράσινο», συμπλήρωσε. «Έβαψες τη θάλασσα, το καταλαβαίνεις;» Είχα κοκκινίσει. Ο πρώτος μου έρωτας, λοιπόν, ήταν ποιητής. Και τώρα τι; Είχα να τον δω από τότε. Γιατί αυτοί οι ρημαδιασμένοι στίχοι εμφανίστηκαν έτσι απρόσκλητοι; Ταράχτηκα. Ήθελα να γυρίσω Αθήνα. Σε λίγες ώρες έφτανα στο νησί και ναι ήταν απίθανο να τον συναντήσω, αλλά τι θα συνέβαινε αν ήταν εκεί; Μήπως για αυτό πήγα Οκτώβρη, που όλοι οι Αθηναίοι βρίσκονται στις βάσεις τους, χορτασμένοι από ένα αυγουστιάτικο καλοκαίρι; Είχα ήδη κουραστεί να δημιουργώ προβλήματα στον εαυτό μου χωρίς λόγο. Αποφάσισα να μπω στο σαλόνι, να δω λίγο φως, λίγο τηλεόραση, να φάω ίσως κάτι, τέλος πάντων να συνέλθω. Μακριά από τη νύχτα, μακριά… Με γρήγορο βήμα φτάνω στην πρύμνη, περνάω κάτω από τη σκάλα και ανοίγω την πόρτα για να μπω. Κλείνω πίσω μου και διακρίνω έναν τύπο να κάθεται έξω σε λευκή πλαστική καρέκλα και να παίζει κιθάρα. Έπαιζε τον Αύγουστο του Νίκου. Ξαναβγαίνω και πλησιάζω διακριτικά. Ήταν αυτός. Δεν με βλέπει. Δεν θα με δει. Κάθομαι πίσω του. Δακρύζω. Κλαίω. Ξημερώνει.

Ασημίνα Γιαννοπούλου

Sunday, 2 December 2007

Μύγα στο τζάμι


Γωνία Lange Niezel και Ouderzijds, Άμστερνταμ

20:53 μ.μ
.

Soundtrack: Lou Reed - Perfect Day


“Θες λίγο μαύρο, φίλε; Τι ψάχνεις; Ό,τι θέλεις πες μου, τό’ χω. Κόκα, έκστασυ, τι θέλεις; Και γυναίκες άμα γουστάρεις μπορώ να σου βρω, κάνουν τα πάντα, τα πάντα. Ε; Λέγε, ρε φίλε...”

Είναι μερικές πόλεις που δεν αλλάζουν ποτέ, ό,τι και να γίνει. Το Άμστερνταμ είναι μια απ’ αυτές. Οι μαύροι με τη ράστα, την ψιθυριστή φωνή και το τυλιγμένο αλουμινόχαρτο στο χέρι θα’ ναι πάντα εκεί να σου βρουν ό,τι θέλεις, ρε φίλε. Αυτοί κι η βροχή. Μέχρι να φαγωθούν τα βουνά απ’ τα χρόνια και να γίνει όλη η Γη Πέυ Μπά. Κουνάω το κεφάλι αρνητικά για να φύγει ο τύπος και μαζεύομαι στο αδιάβροχό μου. Ένα ποδήλατο περνά ξυστά δίπλα μου, μετά κι άλλο ένα, το τρίτο σχεδόν με χτυπάει με το τιμόνι του, κι η μυρωδιά απ’ τις φρίττες και τη μαγιονέζα περιμένει κι αυτή τη σειρά της για να με χτυπήσει μόλις στρίψω αριστερά στο γλιστερό πλακόστρωτο. Βγαίνω στο κανάλι και στρίβω δεξιά, παράλληλα με τη ροή του καφετί νερού που πρέπει να’ ναι το ίδιο απ’ την εποχή του μπάρμπα-Ρέμπραντ. Δε μυρίζει πια. Το φτηνό άρωμα, η ακριβή σάρκα κι ο ιδρώτας το σκεπάζουν.

Είναι αμέσως μετά τη γωνία, στην πρώτη βιτρίνα, ανάμεσα στις τραβηγμένες, βαριές κόκκινες κουρτίνες και κάτω απ’ το ροζ-μωβ φθόριο που τρεμοπαίζει, σαν το φως που έχουν στα χασάπικα για τις μύγες. Μου χτυπάει το τζάμι της, όπως κάνει πάντα, μ’ όλους. Φοράει ένα χοντρό ασημένιο δαχτυλίδι για ν’ ακούγεται καλύτερα το χτύπημα. Στέκεται όρθια και χορεύει τον βουβό της χορό πίσω απ’ τη βιτρίνα, ασταμάτητα. Ένα μικροσκοπικό σετ εσώρουχα καλύπτουν (ή μήπως δείχνουν;) το προϊόν κι η ανοιχτή της παλάμη ανακοινώνει την τιμή: πενήντα.

Κοντοστέκομαι, κοιτάζω από πάνω ως κάτω και πλησιάζω αργά το παράθυρο. Δεν ξέρω γιατί το κάνω έτσι, σαν να πήγαινα κάπου αλλού κι άλλαξα ξαφνικά γνώμη. Αφού εδώ ερχόμουν. Το ξέρει; Σταματώ μπροστά στο τζάμι με ύφος αγοραστή έτοιμου για παζάρι. Δεν πρόκειται να παζαρέψω, αλλά έτσι για τη μούρη. Σταματάει το χορό και με κοιτάζει. Το μαύρο αδιάβροχο, το σκούφο μου, τ’ αξύριστα μάγουλα. Κάνω νόημα ότι θέλω να μπω. Σκέφτεται λίγο, ζαρώνει τη μύτη, και μου κάνει νόημα. “Όχι”. Με το χέρι μου λέει να πάρω δρόμο. Γυρίζω και φεύγω, ο αγοραστής απορρίφθηκε, η μύγα πήγε προς το φως αλλά δεν είχε δει το τζάμι. Δαγκώνομαι, τα μάγουλά μου καίνε, κι απομακρύνομαι.

“Θες λίγο μαύρο, φίλε;”

Γιάννης Ανδρεδάκης

Tuesday, 20 November 2007

Αφήστε τους ζωντανούς να τραφούν οι μέρες που έρχονται


Δροσοπούλου και Ευελπίδων Γωνία


19:45


Soundtrack: Willie Nelson, On the road again


Αιφνιδιαστικά σταμάτησε το πούλμαν στην άκρη του δρόμου. Πρώτος κατέβηκε ο γιατρός να δει τι είχε συμβεί όμως εκτελέστηκε πάραυτα. Ο δεύτερος ενώ είχε ήδη κατέβει ένα σκαλί έπεσε πίσω φωνάζοντας: «θα πεθάνουμε όλοι!». Δεν ξέρω πόσοι ήμασταν. Πρέπει να είχαμε ανέβει καμιά δεκαπενταριά σίγουρα. Εγώ μπήκα από τους τελευταίους οπότε μια αίσθηση αριθμού μπορώ να μεταδώσω έχοντας δει μονάχα κάποια κεφάλια να προεξέχουν από τις πλάτες των καθισμάτων (μπήκα από την πίσω πόρτα). Πανικός επικράτησε. Δεν είδαμε βέβαια την εκτέλεση, ακούσαμε όμως όλους τους χαρακτηριστικούς ήχους της, κρότο, βόγκο, γδούπο. Μια μεγάλη γυναίκα λύγισε στο κάθισμά της κι άρχισε εκτενείς παρακλητικές προσευχές. Ένα κοριτσάκι έχωσε το προσωπάκι του στην ηβική χώρα αυτού που κάποιοι από εμάς γνώριζαν ως «ο καθηγητής» ενώ ο οδηγός μαζί με δύο άλλες πρότειναν συγχρόνως να καλέσουμε κάποιον. Την αστυνομία υποθέτω. Δεν γνωρίζαμε ακριβώς το μέγεθος της απειλής ώστε να μπορούμε να εκτιμήσουμε την βοήθεια που χρειαζόμασταν.
Το γεγονός ήταν ο θάνατος του γιατρού. Και ότι το πούλμαν είχε χωρίς λόγο ακινητοποιηθεί. Και ότι βρισκόμασταν σ’ ένα πολυσύχναστο σημείο της πόλης. Κι ότι ο μήνας είχε πρώτη. Κι ότι πιθανότατα θα αργούσαμε αρκετά να φτάσουμε στον προορισμό μας που ήταν μια διαβαλκανική εικαστική έκθεση. Πηγαίναμε για τα εγκαίνια, όλοι καλεσμένοι, κάποιοι γνωστοί κάποιοι άγνωστοι μεταξύ μας. Εγώ ήξερα καλά μια κοπέλα που έκανε δημόσιες σχέσεις για ένα μπαράκι στο κέντρο. Τώρα με κοίταζε απεγνωσμένη κρατώντας σκυφτό το κεφάλι, μέσα στους ώμους, σαν να φοβόταν μην κρυώσει ο λαιμός της για κάποιο λόγο.
Απ’ έξω ακούστηκε δυνατά μια φωνή που μας πρόσταζε να βγούμε έξω. Κανείς δεν τόλμησε να υπακούσει. Φαντάζομαι πως περνούσε από τα αυτιά όλων η ίδια αλληλουχία, κρότος, βόγκος, γδούπος. Όχι κανένας δεν θα έβγαινε από εκεί μέσα. Τουλάχιστον όχι πριν μπουν από την πίσω πόρτα, ακριβώς μπροστά στα μάτια μου τρεις ένστολοι κουκουλοφόροι με όπλα στα χέρια. «Όλοι έξω!» ακούστηκε ξεκάθαρα κάτω απ’ τις μάλλινες μπαλακλάβες και πριν προλάβουμε να σαστίσουμε, να συνεργαστούμε ή να αντιδράσουμε, ένας από αυτούς άρπαξε το κοριτσάκι και τον «καθηγητή» και τους τραβολόγησε δίνοντας νόημα στην προσταγή.
Έξω κάποιος προσφέρθηκε να αναλάβει τις διαπραγματεύσεις, αλλά μια σφαίρα τον ξάπλωσε ανάσκελα σπάζοντας την ισορροπία της γραμμής όπου στεκόμασταν. Δεν τον απείλησαν ούτε τον προειδοποίησαν. Απλώς τον σκότωσαν. Ο μήνας δεν του μπήκε πολύ ωραία αυτουνού, σκέφτηκα. Για να δούμε αν θα έχουμε περισσότερη τύχη.
Ο οδηγός στεκόταν με τα γόνατα στο πεζοδρόμιο μπροστά σε κάτι άλλους ένστολους κουκουλοφόρους, με διακριτικά βαθμού στο μέρος της καρδιάς. Τρέμοντας τους έδειχνε τα χαρτιά του. Τα μάτια του ήταν κόκκινα, η μύτη του έσταζε και το κοντό πουκάμισο άφηνε να φαίνεται από το παντελόνι το πάνω μέρος της σχισμής του ποπού του. Ήταν χοντροφτιαγμένος και είχε τρίχες.
Εμείς είχαμε πιάσει το νόημα. Καθόμασταν όρθιοι ο ένας δίπλα στον άλλο σαν παλτά κρεμασμένα σε γκαρνταρόμπα και δεν βγάζαμε ούτε ατμό απ’ την ανάσα μας. Δεν έκανε κρύο. Ίσως από τα καυσαέρια των αυτοκινήτων που περνούσαν δίπλα μας χωρίς να κοιτούν. Ίσως επειδή βρισκόμασταν ανάμεσα σε τεράστιες πολυκατοικίες που κρατούσαν ακόμα θερμότητα απ’ την ατελείωτη ζέστη στα τσιμέντα τους. Ίσως…
«Εντάξει είναι» είπε ένας από τους ένστολους στον ένστολο με τα διακριτικά κι αυτός με βαριά, απρόθυμη φωνή έκανε στον οδηγό, «Μπορείτε να φύγετε»· αμέσως μια εκπνοή συλλογική ακούστηκε από την γραμμή μας. Ο οδηγός μπήκε στο αυτοκίνητο έβαλε μπροστά και χωρίς καθυστέρηση έφυγε. Ούτε που νοιάστηκε για μας. Δυο ένστολοι κουκουλοφόροι πυροβόλησαν στον αέρα για να διαλύσουν την γραμμή μας, πράγμα που έγινε αυτόματα. Κανείς δεν γύρισε να κοιτάξει πίσω. Με βήμα γοργό απομακρυνθήκαμε όσο περισσότερο μπορούσαμε μέσα στην κίνηση. Ένας ηλικιωμένος κύριος με φτωχικά ρούχα πλησίασε κι άρχισε να ψάχνει τις τσέπες απ’ τα πτώματα, μια καθαρίστρια σκούπιζε πεισμωμένα τις μπότες των ένστολων κουκουλοφόρων που είχαν λερωθεί με αίμα, ακούγονταν κόρνες και βήματα ανθρώπων στο πεζοδρόμιο, ένα αγοράκι γλίστρησε στα αίματα κι έβαλε τα κλάματα, και όσο το απομάκρυνε η μαμά του μαλώνοντάς το, όσο ο ηλικιωμένος κύριος έβγαζε με τανάλια τα χρυσά δόντια των νεκρών, οι ένστολοι κουκουλοφόροι σταματούσαν το επόμενο όχημα για άλλον έναν απ’ αυτούς τους καινούργιους «πρωτομηνιάτικους» ελέγχους.

Δημήτρης Κουρούμπαλης

Wednesday, 14 November 2007

Πού πάνε οι σκάλες, όταν τις καταπίνει το πάτωμα;

Σταθμός Μετρό Κεραμεικού

19:37 μ.μ.

Soundtrack: Mogwai, 2 rights make 1 wrong

Μια κοπέλα και ένας νεαρός κατεβαίνουν τις σκάλες του μετρό.
Η κοπέλα είναι 5 σκαλιά πριν το τέλος, οι σκάλες είναι κυλιόμενες άρα 5, 4, 3…
Ο νεαρός 8 σκαλιά πριν το τέλος, άρα 8, 7, 6…

Η προοπτική ροκανίζεται σε μια αντίστροφη μέτρηση κι όλα είναι μεταλλικά ή γρανιτένια. Η κοπέλα φοράει έναν σκούφο, κόκκινο, ένα μπουφάν, πράσινο, ένα μαντήλι, μωβ. Ο νεαρός ένα σκουλαρίκι, ασημένιο, ένα κασκόλ, ριγέ, ένα σακάκι, δερμάτινο.

Χρώματα και υλικά, θηλυκό κι αρσενικό κατεβαίνουν τις σκάλες. Μάλλον οι σκάλες τους κατεβάζουν. Ο νεαρός βλέπει την πλάτη της κοπέλας, η κοπέλα αγνοεί την ύπαρξη του νεαρού. Είναι κουρασμένοι, από κάπου επιστρέφουν, τρίβουν τα μάτια τους, γέρνουν τα κορμιά τους, η κοπέλα αριστερά, ο νεαρός δεξιά, η κοπέλα στηρίζεται στη λεκάνη της, ο νεαρός στο γόνατό του.

Η μέρα τους ήταν γεμάτη, έχουν στις τσέπες τους: ένα εισιτήριο τουλάχιστον, ένα λαστιχάκι, μία ιστορία με έναν παράξενο μοναδικό χαρακτήρα -η κοπέλα με έναν σκύλο, ο νεαρός με μια άλλη κοπέλα- και ένα στυλό. Το Γκάζι από πάνω τους βρέχεται, ετοιμάζεται να ξενυχτίσει, εκθέτει, γεμίζει επισκέπτες και βουίζει. Είναι κι οι δυο τους όμορφοι. Η κοπέλα ξαφνικά το θυμάται και τινάζει τα μαλλιά της με αυταρέσκεια, ο νεαρός βλέπει τα μαλλιά της κοπέλας και ισιώνει το γόνατό του. Ετοιμάζονται να γνωριστούν, αν μη τι άλλο να συναντηθούν, ασχολούνται με την εικόνα τους. Ο νεαρός εντείνει το βλέμμα του και η κοπέλα τακτοποιεί το μαντήλι της.

Οι σκάλες κοντεύουν να τελειώσουν, γίνονται διάδρομος και χάνονται μέσα στο πάτωμα. Ο νεαρός κοιτάζει τον κώλο της κοπέλας και συγκεντρώνεται. Η κοπέλα χάνει τη συγκέντρωσή της και αλλάζει το βάρος στη λεκάνη της. Λίγο πριν σκοντάψει, πηδάει στον ακίνητο γρανίτη ανακουφισμένη και γυρίζει προς τα πίσω και κοιτάζει τον νεαρό. Τον περιμένει να φτάσει στο ύψος της.

Ο νεαρός φέρνει την μύτη του στον ώμο του, κολλάει τα χέρια του στο σώμα του, παίρνει μια βαθιά ανάσα και χύνεται στα σκαλοπάτια μέχρι που το πάτωμα τον ρουφάει ολόκληρο.

Η κοπέλα σκύβει πάνω από το τέρμα της κυλιόμενης. Ύστερα στέκεται όρθια, ψάχνει κάποιο πρόσωπο που να μοιράζεται την έκπληξή της, συνοφρυώνεται και παραπατάει μέχρι την αποβάθρα.




Δανάη Δάσκα

Saturday, 10 November 2007

Τα πρώτα 48 λεπτά


Αμερικάνικη Πρεσβεία

12 Ιανουαρίου 2007

Χαράματα

Soundtrack: Mamas and The Papas:Stop Children what’s that sound



- Σκατά!

- Το πέτυχες;

- Πάμε

Μπαίνουν γρήγορα μες στο αυτοκίνητο που σπινάροντας κατεβαίνει την οδό Λαμψάκου και στρίβει δεξιά στην Μιχαλακοπούλου.

Ο συναγερμός έχει ήδη αρχίσει να χτυπάει. Οι δυο φρουροί μπροστά από την πρεσβεία έχουν βγει με τ’ αυτόματά τους οπλισμένα και καλούν σε πανικό κάποιον να τους βοηθήσει. Οχήματα της αστυνομίας καταφθάνουν από παντού ενώ όλες οι μονάδες της Αττικής που περιπολούν, παρατάνε τους πρωινούς καφέδες και τις αχνιστές τυρόπιτες κι αρχίζουν να ψάχνουν. Για ποιον;

Αφήνουν το αυτοκίνητο εκεί που το βρήκανε, παίρνουν ένα άλλο που τους περιμένει και πηγαίνουν στην «γιάφκα» να κρύψουν το σωλήνα που καπνίζει ακόμα.

Ειδοποιείται ο πρωθυπουργός, η υπουργός εξωτερικών, ο δημοσίας τάξης, ο πολιτισμού γιατί μπορεί κάτι να γνωρίζει, ξεσηκώνονται όσοι είχαν ποτέ εργαστεί στην αντιτρομοκρατική, ξυπνάνε το διευθυντή της αστυνομίας που είχε πάει σε μια δεξίωση κάποιου Αιγόκερω και προσπαθούν να καθησυχάσουν τους αμερικανούς υπηκόους οι οποίοι λες και περίμεναν πάνω απ’ τα τηλέφωνά τους την επίθεση, ρωτάνε, βρίζουν και λιποθυμούν συγχρόνως.

Στους τοίχους του δωματίου υπάρχουν πορτρέτα του Τσε, διπλώματα νομικής και πολιτικών επιστημών αγορασμένα από τα παλιατζίδικα στο Μοναστηράκι, μια φωτογραφία ταυτότητας του Κουφοντίνα απ’ αυτές που κυκλοφορούσαν τότε στις εφημερίδες μεγεθυμένη σε φυσικό μέγεθος, ένας οπλοβαστός άδειος κι ένα εικονοστάσι με τον Ιησού να γκρεμίζει τους πάγκους των εμπόρων στον ναό. Λύνουν τον σωλήνα εκτόξευσης και κρύβουν τα στελέχη του στο κουτί του νεσκαφέ, σ’ έναν λούτρινο τάρανδο αφύσικων διαστάσεων και μέσα στο λιγδιασμένο μπουρί του απορροφητήρα.

Η περιοχή γύρω από την πρεσβεία αποκλείεται, καταφθάνουν πυροτεχνουργοί και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και γίνεται ένας ψιλοχαμός μέχρι ν’ αποφασιστεί ποιοι επιτρέπεται να μπουν στον αποκλεισμένο χώρο και ποιοι όχι. Οι πυροτεχνουργοί δυσκολεύονται να πείσουν τους αστυνόμους γιατί δεν φοράνε τις χαρακτηριστικές τους στολές με τις οποίες τους γνωρίζει όλος ο κόσμος, ενώ οι δημοσιογράφοι, πιάνοντας κουβεντούλα και χαρίζοντας ζαχαρωτά καταφέρνουν να πιάσουν το λαβράκι απ’ την ουρά.

Βγάζουν τα ρούχα τους και τις πλαστικές ψεύτικες μύτες που φοράνε, ντύνονται ξενύχτηδες και βγαίνοντας προσεχτικά απ’ το κρησφύγετο, κατευθύνονται με τα πόδια στην καντίνα με τα βρώμικα δίπλα στο Holiday Inn.

Τις έρευνες δυσχεραίνει εξαιρετικά το ξημέρωμα που αργεί να έρθει καθώς επίσης και το γεγονός ότι δεν έχει φτάσει ούτε ο θυρωρός, ο μόνος που γνωρίζει πού είναι οι διακόπτες των φώτων. Και φυσικά όλοι ξέρουν πόσο κρίσιμα είναι τα δύο πρώτα εικοσιτετράωρα… Φήμες ακούγονται ήδη για ξένο δάκτυλο, άλλοι μιλούν για εγχώριους αντίχειρες ενώ κάποιοι λίγοι δεν κοιτάζουν το δάχτυλο, αλλά το υπέροχο φεγγάρι που δεν έχει ακόμα δύσει.

Στην καντίνα της Μιχαλακοπούλου, μέσα στις άριες των σειρήνων οι δυο φίλοι παραγγέλνουν ένα με απ’ όλα.

- Το πέτυχες;

- Δεν ξέρω.

- Ποιος ξέρει;

- Θ’ ακούσουμε στις ειδήσεις

Τρώνε και πάνε για ύπνο χορτάτοι, ενώ η μέρα μόλις χαράζει.

Δημήτρης Κουρούμπαλης