Monday, 24 August 2009

Ένα μπουκάλι νέφτι κι άντε γεια...


Τόπος : Νοσοκομείο Ευαγγελισμός
Χρόνος : Αύγουστος 2009

SOUNDTRACK

http://www.youtube.com/watch?v=hitMpM-P-Bs



Είσαι καλά; Πονάς; Μα, ερωτήσεις είναι αυτές; Άραγε δε με βλέπεις τάβλα στο ξεχαρβαλωμένο κρεβάτι του νοσοκομείου, με τα σωληνάκια και τους ορούς να κρέμονται σαν σκουριασμένα ελατήρια; Δεν βλέπεις τη νοσοκόμα να μπαινοβγαίνει στο δωμάτιο τη μία για να βάλει το θερμόμετρο, την άλλη με την τεράστια σύριγγα για να πάρει αίμα, την παράλλη για να μου φέρει το χάπι... Καλά, ρε, σου μιλάω. Δε βλέπεις μαμάδες, μπαμπάδες, θείους, θείες, αδέλφια, ξαδέλφια παραταγμένους στη σειρά να μυξοκλαίνε και να βγάζουν τη δική τους διάγνωση για το δικό σου πρόβλημα, για τη δική σου αρρώστια; Βλέπεις να είμαι καλά; Πως να είμαι όταν πονάει όλο μου το κορμί, όταν το μόνο που θέλω να κάνω είναι να βγάλω τα συκώτια μου με αυτά που ακούω και βλέπω...Τι βλέπω; Τη διπλανή να ξερνοβολάει σαν το σκυλί το αγαρινό, την παραδιπλανή να μας τα κάνει τσουρέκια γιατί ο γιατρός δεν πέρασε στην ώρα του, την απέναντι μπαταρισμένη από πάνω μέχρι κάτω με επιδέσμους να κλαψουρίζει σαν χαζογκόμενα που την έστησε το boyfriend στο ραντεβού, την διπλανή της απέναντι να ψάχνει τσιμπιδάκι να βγάλει τα φρύδια της, γιατί ο γιατρός είναι κούκλος και δεν μπορεί να τη δει σε μαύρο χάλι - λες και δεν έχει το μαύρο της το χάλι... Είσαι καλά; Όχι, ρε δεν είμαι. Και αν με ρωτήσεις ακόμη μία φορά δεν θα είσαι ούτε εσύ. Για έλα λίγο στη θέση μου - που για να είμαι ειλικρινής το απεύχομαι - μη φοβάσαι, ξάπλωσε στο ετοιμόρροπο κρεβάτι, κλείσε τα μάτια σου και προσπάθησε να κοιμηθείς, και αν κοιμηθείς εμένα να με χέσεις. Τι το πέρασες το νοσοκομείο, ξενοδοχείο πολυτελείας και με ρωτάς αν είμαι καλά. Τέλος καλό όλα καλά...εντάξει, φιλαράκι, μην κάνεις έτσι, μια πλάκα έκανα ...καλά είμαι και θα είμαι ακόμη καλύτερα εάν βγάλεις τη λευκή μπλούζα που φοράς, γιατί μου θυμίζεις τελειωμένο γιατρουδάκο στο Ι.Κ.Α Πατησίων.

Α. Λ.

Wednesday, 5 August 2009

Ένα βράδυ στη Γύρα – Deja vu


Τόπος: Αθήνα

Χρόνος: 8 Ιουλίου 2009

Soundtrack: http://www.youtube.com/watch?v=2xTlfuWKXpc


Το αλκοόλ ως γνωστό ευρυμαθή αναγνώστη μου πληθαίνει το συναίσθημα κι εγώ δεν θέλω να σε κουράσω με κοινολογίες. Έχουμε πιει ήδη τρεις γύρους και η συζήτηση έχει φουντώσει μέσα σε δάση θηλυκά. Τα μάτια μας τρώνε τις περαστικές με την επιθετικότητα που έχουν οι ιδιοκτήτες απέναντι σ’ αυτούς που διαβαίνουν την περιοχή τους. Μ’ αρέσουν οι γυναίκες. Τις εκτιμώ για τον τρόπο που είναι πλασμένες. Μου προκαλούν κατ’ αρχάς μιαν έντονη νοσταλγία κι έπειτα κάτι βαθύτερο και πιο άναρχο, σαν δίψα. Μα πιο πολύ προτιμώ την ασχημάτιστη ομορφιά, εκείνη που κρύβεται σε ορισμένα πλάσματα των οποίων η φύση ακροβατεί αναποφάσιστη ανάμεσα στο άρρεν και το θήλυ. Θυμάμαι στο Εδιμβούργο, στην εθνική πινακοθήκη, ένα πορτραίτο που με είχε αναγκάσει να σταθώ ώρα πολλή μπροστά του και να το θαυμάζω. Ήταν ένα πανέμορφο κορίτσι με μακριά μαλλιά μαζεμένα από το πρόσωπό του, που κάθονταν αφηρημένο πάνω από ένα ανοιχτό βιβλίο. Η ηλικία του δεν ξεπερνούσε τα δέκα και η έκφρασή του θύμιζε κάτι ιερό. Το ερωτεύτηκα, με την ασφάλεια της απόστασης πίνακα – θεατή, παράφορα για λίγο και το φωτογράφησα. Μα όταν πλησίασα και είδα το ταμπελάκι των πληροφοριών ανακάλυψα ακόμα πιο μαγεμένος πως ο πίνακας απεικόνιζε ένα αγόρι.

Και ω! της αιώνιας επιστροφής η ώρα, εκείνη την στιγμή καθισμένος στο παγκάκι μίλια μακριά από την πατρίδα του πορτραίτου και αιώνες μετά την κατασκευή του, βλέπω το αγόρι να βγάζει το σκύλο του βόλτα. Το ίδιο καστανόξανθο μαλλί, η ίδια λευκότητα στο δέρμα, τα μάτια πελαγωμένα σε κάποια άγνωστη θρησκευτική αφοσίωση να οδηγούν ένα λουρί πάνω στις πλάκες.

Και είναι κορίτσι.

Δ.Κ.

Sunday, 2 August 2009

Είναι


Τόπος: η βεράντα μου...
Χρόνος: Απαρατήρητος

Soundtrack: Song for Jesse, OST The assassination of Jesse James by the coward Robert Ford


http://www.youtube.com/watch?v=_CpOQxA0gJ4

Είναι μια γριά στο μπαλκόνι. Και χαϊδεύει αργά τη γάτα της. Είναι και η γάτα γριά.
Είναι ένας μαύρος που απλώνει τα ρούχα του στη ταράτσα. Είναι περασμένα μεσάνυχτα. Πριν χαθεί σφυρίζει ένα σκοπό. Κάνει και δύο χορευτικά βήματα. Είναι δύο γυναίκες με έναν αγαθό άντρα. Του βγάζουν φρούτα σε ένα πράσινο πιάτο. Μετά, η πιο μεγάλη του κόβει τα νύχια. Είναι ένα παιδάκι στην ταράτσα μιας μονοκατοικίας. Τρέχει πέρα δώθε κάθε βράδυ. Μες στο σκοτάδι. Ολοσιώπηλο. Φαίνεται μόνο το άσπρο βρακί του. Είναι μια νέα γυναίκα. Ολόγυμνη. Ξαπλωμένη μ’ ενα ογκώδες βιβλίο. Όταν την κουράζει το ακουμπά στην κοιλιά της και της κρύβει το φύλο. Είναι μια κυρία που δεν σηκώνεται ποτέ από το κρεβάτι της. Ρίχνει συνέχεια πασίεντζες με αναμμένο το κινέζικο αμπαζούρ. Το αμπαζούρ είναι ροζ. Είναι ένας 60άρης. Κάθε βράδυ αφού ποτίσει, σβήνει τα φώτα και ανάβει ένα φαναράκι. Μετά φαίνεται μόνο η κάφτρα του. Είναι ένας σκύλος. Γαβγίζει πάντα στα ελικόπτερα. Είναι ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Αυτός ξαπλώνει πάντα πάνω της όταν βλέπουν τηλεόραση. Είναι μια σκιά αγοριού σε ένα μακρινό κίτρινο δωμάτιο. Είναι ένα τηλέφωνο που κανείς δεν σηκώνει. Είναι ένας γέρος που κάθεται πάντα προφίλ. Φορά άσπρο φανελάκι και ακούει ραδιόφωνο. Το σπίτι του είναι πράσινο σκούρο. Είναι ένας γυμνασμένος άντρας που κάθε σαββατοκύριακο έρχεται το κορίτσι του. Τρώνε στη βεράντα. Εκείνη πριν απλώνει τα μαγιό τους. Είναι μια γυναίκα πίσω από τα πατζούρια. Κάθε βράδυ τρέχει περά δώθε σαν το παιδάκι μέσα στο σαλόνι της. Κάπου κάπου ανοίγει πολύ τα χέρια της. Όπως πριν αγκαλιάσουμε κάποιον.
Είναι Αθήνα και είναι καλοκαίρι.

Κ. Χ.

Sunday, 26 July 2009

Ένα βράδυ στη Γύρα – Το Σέρβις


Τόπος: Αθήνα
Χρόνος: 8 Ιουλίου 2009

Soundtrack:
http://www.youtube.com/watch?v=4FDULxUeMpQ

Ο φίλος μου ο Αλέξανδρος έχει πολύ περίεργα γούστα. Απεχθάνεται τα μέρη όπου κάθεται κανείς σαν πελάτης και παραγγέλνει το ποτό ή το φαγητό του στον άνθρωπο που πληρώνεται γι’ αυτή την δουλειά κι έπειτα περιμένει καθιστός να του τα φέρουν για να τα απολαύσει καθώς παρατηρεί ή ακούει τους γύρω του εναρμονιζόμενος στην αισθητική και την ατμόσφαιρα του χώρου. Όχι. Ο φίλος μου ο Αλέξανδρος σαν γνήσιος καλλιτέχνης επιλέγει τα μέρη όπου συχνάζει η ζωή στην ανεπιτήδευτη μορφή της, ντυμένη την αφροντισιά του ανεκμετάλλευτου χώρου, της δωρεάν παροχής καθίσματος και την ποικιλία μορφών που παρέχει το πέρασμα. Έτσι παίρνουμε τις μπύρες μας από το περίπτερο και καθόμαστε σ’ ένα παγκάκι της πλατείας Εξαρχείων. Αρχικά λέμε τα νέα μας, κάτι κοινοτυπίες για τα επαγγελματικά μας, μικρές αναφορές στις ανησυχίες μας χωρίς εμβάθυνση, και κυρίως για το αριστούργημα που μόλις είδαμε: Δεσμώτης του ιλίγγου, του Άλφρεντ Χίτσκοκ. Και πάνω εκεί μας γίνεται η πρώτη κρούση της νύχτας. Έρχεται ένας ξένος κοιτάζοντας τα πόδια μας. Το βλέμμα του είναι νηφάλιο και η όψη του συγκεκριμένη. Δεν είναι πρεζάκι. Σηκώνει το μπουκάλι της μπύρας από κάτω και του το παίρνω από τα χέρια με απορία. Φεύγει χαμογελώντας. Κάτι κατάλαβε, κάπως συνεννοηθήκαμε, δεν έδωσα περισσότερη σημασία. Έπρεπε να πάω στο περίπτερο για τον δεύτερο γύρο για να διευκρινιστεί χωρίς αμφιβολίες η επαφή. Ο ξένος επέστρεψε χαμογελώντας με την οικειότητα της πρώτης μας επαφής και πήρε τα άδεια μπουκάλια από δίπλα μας ρωτώντας με νοήματα, Τα θέλετε. Όχι, λέμε εμείς κι έκανε ο άνθρωπος την δουλειά του μ’ εμάς όπως και με τους υπόλοιπους της πλατείας, μαζεύοντας τα άδεια μπουκάλια κι επιστρέφοντάς τα στο περίπτερο για να πάρει τα 10 λεπτά της αξίας τους. Αξιοπρεπής εξυπηρέτηση με αμελητέο αντάλλαγμα. Αμέσως αισθάνομαι να με περιβάλλει ένα διακριτικό προσωπικό και βολεύομαι πιο άνετα στο ευτελές ταξιδιωτικό μου κάθισμα. Δ.Κ.

Wednesday, 22 July 2009

Η γάτα του Σρέντιγκερ


Τόπος: Βασιλέως Κωνσταντίνου
Χρόνος: 2η ώρα

Soundtrack:
http://www.youtube.com/watch?v=SG7qRAPsFXs

Συνέβη τη στιγμή που σηκώθηκα να φύγω. Είχα μαζέψει τα πράγματά μου. Είχα καπνίσει το τσιγάρο μου. Είχε στεγνώσει ο ιδρώτας μου. Είχα αποχαιρετίσει τους συνδαιτυμόνες. Είχα περάσει καλά. Είχα ξεχάσει τι με ξυπνούσε το πρωί και τι με κοίμιζε το βράδυ. Πολλά οχήματα πρόσφεραν μεταφορά. Αυτό με πήρε όπως με παίρνει συνήθως. Με μια ανεπαίσθητη δυσκολία κίνησης και ομιλίας. Με μια σιωπή του σώματος. Δυσκολεύονται λιγάκι οι κλειδώσεις αλλά όχι αρκετά για να το παραδεχτείς. Και κάπου εκεί άρχισε το βουητό. Σαν να ανοίγει κάποιος υπέρηχος το volume του οργανισμού που με εξαίρεση την πείνα του στομαχιού, σπάνια ακούγεται. Ακούς το αίμα σου να τρέχει και τα αιμοπετάλια να κατρακυλάνε σαν πέτρες σε κατολίσθηση, την αναπνοή σου σαν δράκο που κοιμάται στο κρεβάτι σου, την καρδιά σου σαν μια ρυθμική βομβιστική επίθεση. Σφυγμική εμβοή λέγεται αυτό. Καταλαμβάνεις όλο τον χώρο, δεν υπάρχει κόσμος εκτός από εσένα και τον γνωρίζεις τη στιγμή της συντέλειάς του. Πρόλαβα να κάτσω, να σκύψω, να απαντήσω not really στην Ολλανδέζα καλλιτέχνη που καθόταν δίπλα μου. Και μετά έπεσα στο πλάι, σχεδόν συνειδητά, πάνω στο πεζοδρόμιο. Άκουγα τους ανθρώπους να μιλάνε από μακριά, μέσα από κάποιον σωλήνα. Και δεν μπορούσα να ανοίξω τα βλέφαρά μου. Δεν ήθελα κιόλας. Ήμουνα μέσα στο κουτί. Εκεί που βρίσκεται η γάτα του Σρέντιγκερ μαζί με το δηλητήριο. Εκεί που κάτι μπορεί να είναι ζωντανό και νεκρό. Εκεί που δεν υπάρχει διαζευκτικό ή.

Δ.Δ.

Monday, 20 July 2009

Ένα βράδυ στη Γύρα


Τόπος: Αθήνα
Χρόνος: 8 Ιουλίου 2009

Soundtrack:

http://www.youtube.com/watch?v=AvzkagVvOxs

Αγαπητέ και άγνωστε επισκέπτη μου πήρε περισσότερο καιρό απ’ όσο περίμενα μέχρι να βρω τον τρόπο να σου απευθυνθώ, μα έφτασε επιτέλους ο χρόνος και το μέσο εφευρέθηκε. Δεν είναι ταπεινό, ούτε μεγαλειώδες αλλά περιφέρεται στα όρια του ανθρώπου διότι για άνθρωπο μιλάει και από άνθρωπο έχει γραφτεί. Θα ήθελα ίσως και σου το ορκίζομαι να είναι πλούσιο και αισθαντικό, πρωτότυπο και διασκεδαστικό, ασύγκριτο και μνημειώδες, εντούτοις θα το αφήσω ως έχει γιατί πάνω απ’ όλα είναι γεγονός.
Πρόκειται για ένα βράδυ στην καλοκαιρινή Αθήνα που θα στο μεταφέρω σε συνέχειες καθώς αποτελείται από σαφώς διακρινόμενα μεταξύ τους περιστατικά τα οποία τυχαίνει να εμπίπτουν ακριβώς στις προθέσεις αυτής της σελίδας και στον ορισμό που έχουν δώσει οι ιδιοκτήτες της για τις ιστορίες που ήθελε αυτή περιέχει. Οι συνέχειες τονίζουν τόσο την αυτοτέλεια του κάθε συμβάντος όσο και ευνοούν την διατήρηση μικρών αριθμών λέξεων, ζητούμενο επίσης της σελίδας αυτής όπως φαντάζομαι και του χρόνου σου, οπότε μην με παρεξηγείς.
Η ιστορία θα ξεκινήσει από την Πλατεία Εξαρχείων. Οι αλλοδαποί μαζεύουν τα μπουκάλια της μπύρας, η Βούλα ψάχνει κάποιον να αγκαλιάσει και το πορτραίτο από την Σκωτία βγάζει βόλτα τον σκύλο του. Μια κοπέλα απατάει το αγόρι της με τα μάτια κι ένα πρεζάκι μου λέει ευχαριστώ. Ο καθηγητής παίρνει το ποτήρι από κάτω βάζει μπύρα και με προειδοποιεί για τους Πασόκους. Πόδια – πόδια και βυζιά. «Εγώ θα δηλώσω ένα σεβασμό» εκεί που τρέμει η ψυχούλα μου, «Αδερφέ πρόσεχε τα λάδια» του μπάτσου στο τροχαίο, οι γυναίκες στο smart που ανοίγει, η λεωφόρος και επιτέλους το ξημέρωμα.
Μην αγωνιάς όμως πρόθυμε αναγνώστη μου, γιατί όλα θα λάβουν την θέση τους και σου υπόσχομαι πως κάθε φορά που θα γράφεται μια ιστορία μετά την δική μου θα παρουσιάζω την συνέχεια. Μέχρι τότε, a tout a l’ heure!

Δ.Κ.

Monday, 6 July 2009

Σκαρίμπας


Χρόνος: Πριν γεννηθεί
Τόπος: Εκεί που πέθανε

Soundtrack (πολλαπλό):


http://www.youtube.com/watch?v=-rOZ1JjjNCo
http://www.youtube.com/watch?v=YxvxAaBnsKM
http://www.youtube.com/watch?v=tO0lKt66POE
http://www.youtube.com/watch?v=78TkCN8CP0s
http://www.youtube.com/watch?v=G6In7XeAV0I


H ζέστη αφόρητη...έτρεξε με όση δύναμη του απέμενε προς το αυτοκίνητο. έπρεπε να κάνει κάτι ακόμα πριν, πριν τον απαρνηθεί το γαλάζιο τ' ουρανού. Έκλεισε με κόπο την πόρτα, και έβαλε μπροστά. Είδε το κινητό του να αναβοσβήνει. Δεν άκουγε κανέναν ήχο. Δεν μπορούσε ν' ακούσει ούτε τον εαυτό του να σκέφτεται. ο χρόνος του, τελείωνε. Πάρκαρε με δυσκολία. Η πίσω ρόδα ανεβασμένη στο πεζοδρόμιο. Ξέχασε να πάρει το κλειδί από τον διακόπτη. Δεν είχε σημασία πια. Ψαχούλεψε για τα κλειδιά και δοκίμασε δυο-τρία πριν πετύχει το σωστό. Είχε καιρό να έρθει σε αυτό το διαμέρισμα. Στην άκρη της πόλης. Το τελευταίο του καταφύγιο. Η τελευταία του κατοικία. Ο βόμβος του υπολογιστή γέμιζε τα δωμάτια. Τουλάχιστον, είχε ξαναβρεί την ακοή του. Επιθανάτιος ρόγχος, συλλογίστηκε. Ανασήκωσε το πουκάμισό του, για να δει την κατάσταση της πληγής του. Αδυνατούσε να θυμηθεί αν τον πέτυχε εκείνη ή απλά έδωσε την διαταγή. Και τι έγινε, κούνησε αδύναμα το κεφάλι του. Όλα είναι μέσα στη ζωή. Το χτύπημα ήταν σοβαρό. Ακόμα και τώρα, η φαντασία του οργίαζε. Το έκανε επίτηδες, να φύγω αργά και βασανιστικά ή απλά αστόχησε; Παραληρούσε πλέον. Άναψε το φως στο δωμάτιο του υπολογιστή. Το μόνο με γραφείο και καρέκλα. Σαν να τον πέτυχε γροθιά στο στομάχι διπλώθηκε από την δυσοσμία. Ένα κουτί αποφάγια πίτσας πεταμένο στο πάτωμα...
Έκατσε με αφόρητους πόνους στην καρέκλα. Ήξερε πως ο κέρσορας της οθόνης και τα αναθεματισμένα windows του Gates, θα ήταν τα τελευταία πράγματα που θα αντίκριζε... δυο στίχους πάσχιζε να θυμηθεί, να της αφιερώσει. Δυο στίχους κι ας μην θέλει να τους ακούσει. Δυο στίχους και ας στάζουν και οι τελευταίες σταγόνες από την πληγή. Θυμόταν αργά, και κάπου κάπου ανασήκωνε το κεφάλι του προς την πόρτα, μπας και χτυπήσει, μήπως και φανεί...όπως περίμενε ο Σκαρίμπας...:

Ή...ταν σ....α ν... σ... πρ...όσ...με...να Κερ...ά
...από....ψε π....ου δ...εν έπ...ν...

Γ.Ν.